Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

έξαφλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: έξαφλος Προφορά: έξαφλος
  1. εξάδερφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Μετέν τη Μελετή

    Παράδειγμα:
    Εποίκεν την προξενείαν για την εξαλφήν ατ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια