Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εντρανώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εντρανώ Προφορά: εντρανώ
  1. κοιτάζω, περιποιούμαι συντηρώ οικογένεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Σα γεράτεια τ’ς θα εντρανεί πέντε γούλας.
    2) Εντράνησεν ατο λιτσ̌ίκον κι άλλο εσήκωσεν ατο. (Ιδίωμα: Οινόης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια