Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εντερί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εντερί Προφορά: εντερί
  1. φόρεμα (επάνω από το πουκάμισο) γυναικών και ιερέων, μακρύ σχιστό στα πλάγια, γνωστό ως αντερί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη entari

    Ιδίωμα:
    Νικοπόλεως

Παρατηρήσεις - Σχόλια