Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εντεούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εντεούρ' Προφορά: εντεούρ
  1. γαλοπούλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά Ινδός + όρνις = Ινδική όρνιθα

    Παράδειγμα:
    Ση Σαντά εντεούρα̤ ’κ’ εφύλατ’ναν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια