Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Ενίασα το τσαΐρ' (χορτολίβαδο) και επαίρα διπλόν χορτάρ’. (ρίχνω κοπριά) 2) Εσέβες σο κιφάλ’ν ατ’ και ενίασεν τα γένεια σ’. (υβρίζω)
Παράγωγο: ενα̤σίον (το) (λίπανση)
Ενεστώτας: ενιάζω , ενά̤ζω Παρατατικός: ενίαζα Μέλλοντας: θα ενιάζω , θα ενά̤ζω Αόριστος: ενίασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.