Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ενιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ενιάζω , 2. ενά̤ζω Προφορά: ενιάζω
  1. λιπαίνω, υβρίζω (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ενίασα το τσαΐρ' (χορτολίβαδο) και επαίρα διπλόν χορτάρ’. (ρίχνω κοπριά)
    2) Εσέβες σο κιφάλ’ν ατ’ και ενίασεν τα γένεια σ’. (υβρίζω)

    Παράγωγο:
    ενα̤σίον (το) (λίπανση)

Παρατηρήσεις - Σχόλια