Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουστάπασης (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ουστάπασ̌ης Προφορά: ουστάπασης
  1. πρωτομάστορας, εργολάβος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τον ουστάπασ̌ην ’κί θέλω, μαστόρ’τς να κλαινίζ’ ’κί θέλω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια