Ερμηνεία: αυτός που δεν έχει σοβατιστεί με ασβέστη
Προέλευση: από το στερητικό α και το κιρα̤τσ̌λα̤εύω
Αρσενικό: Ενικός: ακιρα̤τσ̌λά̤ευτος Πληθυντικός: ακιρα̤τσ̌λά̤ευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ακιρα̤τσ̌λά̤ευτος Πληθυντικός: ακιρα̤τσ̌λά̤ευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ακιρα̤τσ̌λά̤ευτον Πληθυτνικός: ακιρα̤τσ̌λά̤ευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.