αφκακέσ’, αφκά καικά, αποφκά, αποφκακιάν, αποφκακέσ’, (από κάτω)
Τ’ αφκάτι μ’, τ’ αφκάτι σ’, τ’ αφκάτ’ν ατ’, τ’ αφκάτ’ν ατ’ς, (τα αναπαραγωγικά όργανα)
Συνώνυμα: τα άσ̌κεμα κρέατα, το είδος, το με συμπάθειον
Παράδειγμα:
Εφτάγω αφκάτι μ’, (κατουρώ, αποπατώ το βρακί μου).
Συνεπτυγμένος τύπος των λέξεων από κά(τω)>από κά’>αφκά
Επίρρημα:
τοπικό