Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ακαλάτσευτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ακαλάτσ̌ευτος Προφορά: ακαλάτσευτος
  1. αμίλητος αυτός που δεν ομιλεί πολύ από ιδιοτροπία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εσύ έσ’ ακαλάτσ̌ευτος και πώς εκαλατσ̌εύτες.

  2. αμίλητος, ακατάδεκτος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια