Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νά̤κ’ Προφορά: νεάκ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) ο πρόσφατα ακονισθείς
    2) νεαρός βλαστός φυτού

Παρατηρήσεις - Σχόλια