Προέλευση: από το ουσιαστικό έμποδος
Ποιητικό
Παραδείγματα: Κι η κάλη ατ’ έτον έμποδος σ’ αγούρ’ εμποδισμέντζα.
Ενικός: εμποδισμένισσα / εμποδισμέν'σα / εμποδισμέντσα / εμποδισμέντζα Πληθυντικός: εμποδισμένοι / εμποδισμέν'