Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έμπα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έμπα Προφορά: έμπα
  1. είσοδος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἐνβαίνω = εμβαίνω, μπαίνω

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγματα:
    1) Κάνω την έμπα σου κερί και έμπαση.
    2) Έμπασην και έβγασην πολλά έχͮ’.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    1) η είσοδος
    2) η αρχή του μήνα

Παρατηρήσεις - Σχόλια