Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έμνοστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: έμνοστος Προφορά: έμνοστος
  1. νόστιμος, χαριτωμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    γυρισμός στην πατρίδα

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά του αρχαίου εύ και το νόστος

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έμνοστον έτον οσήμερον το φαΐν. (νόστιμος, το (υ) του "ευ" μπροστά στο (ν) του νόστος μετατρέπεται σε (μ), άρα εύνοστος, έμνοστος)
    2) Εποίκεν διδυμάρα̤ έμνοστα τ’ έναν αγούρ’, τ’ άλλο κορίτσ’ (χαριτωμένος).

  2. νόστιμος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που έχει καλή επιστροφή

Παρατηρήσεις - Σχόλια