Ερμηνεία: ο έχων φυσικό ελάττωμα
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Το χάταλον ατουν αϊπλίν έν', 'κι ακούει.
Αρσενικό: Ενικός: αϊπλής Πληθυντικός: αϊπλήδες
Θηλυκό: Ενικός: αϊπλήσα Πληθυντικός: αϊπλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: αϊπλίν Πληθυντικός: αϊπλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.