Ερμηνεία: μικρό κομματάκι δέρματος ακατέργαστου που έθεταν στην τρύπα τσαρουχιού
Παράδειγμα: Εγέντον ελίχ’. (υπέκυψε υπέρ το δέον)
Ενικός: ελίχιν / ελίχ' Πληθυντικός: ελίχια / ελίχα