Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άθρωπος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άθρωπος Προφορά: άθρωπος
  1. άνθρωπος, ευσυνείδητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης, Σουρμένων

Παρατηρήσεις - Σχόλια