Ερμηνεία: πονώ, νιώθω οίκτο
Προέλευση: από το αρχαίο ἐλεῶ
Παραδείγματα: 1) Ελίασε με ο Θεός και ’δέν ’κ’ επάθα. 2) Να ελά̤ σε ο Θεός! (να σε τιμωρήσει ο Θεός!)
Ενεστώτας: ελεώ Παρατατικός; ελέανα Μέλλοντας: θα ελεώ Αόριστος: ελέασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.