Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έλεος (το) [, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έλεος Προφορά: έλεος
  1. έλεος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέρχεται
    από το αρχαίο ρήμα ελεώ = έχω συμπάθεια, σπλαχνίζομαι

    Παραδείγματα:
    1) Επέμ’νεν σο έλεος τή Θεού.
    2) Άρμα πίρμα και το μέγα έλεος. (πάνοπλος)

  2. πρόνοια, προστασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια