Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ὠρύομαι
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Τα σ̌κυλία γουρνούντανε και το μαλέζ' περμένει.
Ερμηνεία: ουρλιάζω (για σκύλο ή λύκο)
Ενεστώτας: γουρνούμαι Παρατατικός: εγουρνούμ'νε Μέλλοντας: θα γουρνούμαι Αόριστος: εγουρνέθα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.