Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έλαμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έλαμαν Προφορά: έλαμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    η έλα, ο ερχομός, το φτάσιμο

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Κι άμον φέγγονος έλαμαν σήν αύλια μ’ να εβγαίνω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια