εικονοστάτε (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εικονοστάτε
Προφορά: εικονοστάτε
-
μικρό ντουλάπι σε μία γωνιά του σπιτιού όπου τοποθετούσαν εικόνα, θυμιατό, αβγό του Πάσχα, αγιασμό των Θεοφανείων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)