Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

είδος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: είδος Προφορά: είδος
  1. είδος, λογής, πράγμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ντο είδος έν’. (είδος, λογής)
    2) Τα είδατα ντο εγόρασα όλα̤ επέραν (πράγμα)
    3) Ατώρα κόψον και τ’ ανέμ’ το είδος. (το όργανο αναπαραγωγής)

  2. μορφή, πράμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    το γυναικείο αιδοίο

Παρατηρήσεις - Σχόλια