Προέλευση:
από τα συνθετικά εκ + νήφω
Παράδειγμα:
Τραβωδώ και κοιμίζω σε, φιλώ σε κι εγνεφίζεις.
Αντίθετο:
κοιμίζω
Προέλευση:
από το ιωνικό εκνήφω με την ίδια σημασία και επιπρόσθετη, συνέρχομαι, ξεμεθώ
< Εκνήψατε δικαίως και μη αμαρτάνετε- προς Κορινθίους επιστολή Παύλου- Καινή Διαθήκη, Ι, 34>
< Αρώστημα βαρύ εκνήψει ύπνος- Π.Δ. Σοφία Σειράχ 31,34>
Παράγωγο:
ο/η έγνεφος, το έγνεφον
Προστακτική:
εγνέφ'σον!