Παράδειγμα: Εντώκεν σο νού μ’ έγνο̤ς ο άγιος άρθωπο.
Αρσενικό: Ενικός: έγνο̤ς Πληθυντικός: έγνοι / έγν'
Θηλυκό: Ενικός: έγνε Πληθυντικός: έγνοι / λεγν'
Ουδέτερο: Ενικός: έγνο̤ν / έγνον Πληθυντικός: έγνα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.