Παράδειγμα: Έρθεν έγλυκα σην πόρταν, είχͮεν αγγλιήν ποδάρα̤ κι αλαφάντικον κουδούκ’. (αίνιγμα)
Ενικός: η έγλυκα Πληθυντικός: τα έγλυκας