Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Εντώκεν σο λαήν’ κι έξ̌εν (και έκχͮεν) ατο. (χύνω)
2) Εξ̌ύεν (και εκχͮύεν) ο κόσμος. (μαζεύτηκε πολύς κόσμος)
3) Ξ̌ύν’ (και κχͮύν’) ατο κα. (βρέχει δυνατά)
4) Εξύεν (και εκχͮύεν) η χρά τ’. (άλλαξε χρώμα ή έγινε κόκκινος από φόβο, ντροπή)
5) Ξ̌ύνω (και κχͮύνω) το τάν'. Συνώνυμο με το δίγω τ’ όρος φωτίαν. (αποκαλύπτω κάτι που δέν έπρεπε)
6) Ξ̌ύντς (και κχͮύντς) απάν’-ισ’. (άδικα περιμένεις να σου δώσω, Ιδίωμα: Σταυρί)
7) Εξ̌ύεν (και εκχͮύεν) κα. (είναι παντελής έλλειψη)
8) Ξ̌ύνω (και κχͮύνω) αίμαν. (τραυματίζω, σκοτώνω)
9) Εφόρεσεν κι εξ̌ύεν (και εκχͮύεν). (φόρεσε τα καλύτερα ρούχα)
Προέλευση:
από το μεταγενέστερο εκχύνω δια του μεταβατικού τύπου εκχͮύνω (χύνω)