Ερμηνεία: ξύλινο πινάκιο
Παράδειγμα: Οι παλαιοί ξυλοπίνα̤κια εγουλανεύκουσαν.
Ενικός: ξυλοπίνα̤κον Πληθυντικός: ξυλοπίνα̤κα , ξυλοπίνα̤κια