Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξυλοκάρφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξυλοκάρφ' Προφορά: ξυλοκάρφ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ξύλο που χρησιμοποιείται αντί καρφιού

    Παράδειγμα:
    Σ’ αμπάρ’ ξυλοκάρφα̤ εγουλανεύκουσαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια