Ερμηνεία: σκληραίνομαι και γίνομαι σαν ξύλο
Παράδειγμα: Τα κρομμύδα̤ εξυλά̤ρωσαν.
Ομόρριζο - Παράγωγο: ξυλάρωμαν ξυλά̤ρ' (το χόρτο που παραωρίμασε και έχει γίνει σκληρό σαν ξύλο) ξυλα̤ρωτός (ολίγο ξυλά̤ρ')
Ενεστώτας: ξυλα̤ρώνω Παρατατικός: εξυλά̤ρωνα Μέλλοντας: θα ξυλα̤ρώνω Αόριστος: εξυλά̤ρωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους