Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξύγαλαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξύγαλαν Προφορά: ξύγαλαν
  1. γιαούρτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. οξύγαλα, γεούρτι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. γιαούρτι το ξινό γάλα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1.Προέλευση:
    κλασσικό το ξύγαλα

    2.Σχόλια:
    ονομαστική: το ξύγαλαν
    γενική: τοί ξυγαλί
    αιτιατική: το ξύλαγαν

    3.Παράδειγμα:
    Ντό θα τρώμε οσήμερον ; Ξύγαλαν!

    4.Αναφορές:
    Πίνουσι οξύγαλα των προβάτων (Κτησία αποσπάσματα 57, 22 )
    Τυρώ καί γάλακτι και οξυγάλακτι (Στράβωνος 7,4,6)

Παρατηρήσεις - Σχόλια