Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξημέρωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξημέρωμαν Προφορά: ξημέρωμαν
  1. ξημέρωμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σουμά σα ξημερώματα τα πετεινάρα̤ κούζ’νε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια