Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξεροχτενίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ξεροχτενίζω Προφορά: ξεροχτενίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) χτενίζω τα μαλλιά χωρίς να τα βρέξω
    2) μαλώνω, ξυλίζω (μεταφορικά)

    Παραδείγματα:
    1) Ξεροχτέν’τσον το τσ̌αμόπο σ’ και δος ατο πιτσ̌ίμι.
    2) Αν πας λούσ̌κεσαι, του βραδί’ θα ξεροχτενίζω σε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια