Ερμηνείες: 1) χτενίζω τα μαλλιά χωρίς να τα βρέξω 2) μαλώνω, ξυλίζω (μεταφορικά)
Παραδείγματα: 1) Ξεροχτέν’τσον το τσ̌αμόπο σ’ και δος ατο πιτσ̌ίμι. 2) Αν πας λούσ̌κεσαι, του βραδί’ θα ξεροχτενίζω σε.
Ενεστώτας: ξεροχτενίζω Παρατατικός: εξεροχτένιζα Μέλλοντας: θα ξεροχτενίζω Αόριστος: εξεροχτένισα / εξεροχτέν'σα / εξεροχτέντσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.