Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξερόχερος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ξερόχͮερος Προφορά: ξερόσερος
  1. φιλάργυρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ντο ξερόχͮερος εν’ ατέ!

  2. τσιγκούνης (μεταφορικά) ο έχων κουλά χέρια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια