Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξερόχερα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξερόχͮερα Προφορά: ξερόσερα
  1. 1) ξερά χέρια 2) που πρέπει να ξεραθούν 3) χέρια που πονούν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Άπλωσον τα ξερόχͮερα σ’ κι έπαρ’ με σην εγκάλα̤ σ’.
    2) Αβούτα τα ξερόχͮερα μ’ απέσ’ σην ψ̌η σ’ ν’ εκείσαν. (ξερό (παράλυτο) χέρι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια