Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξερός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ξερός Προφορά: ξερός
  1. ξηρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Σα ξερά τα ξύλα ανάμεσα, καίουνταν και τα ζωγρά.
    2) Το ξερόν ατ’ς ’κ’ ένοιξεν να λέει έναν πικρόν λόγον. (στόμα)
    3) Ξερόν κιφάλ’. (μόνος χωρίς οικογένεια)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο ξηρός

Παρατηρήσεις - Σχόλια