Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουλούς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ουλούσ̌' Προφορά: ουλούς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πρόβατο πλατύουρο

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια