Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Ξερέψ' ωβόν, ξερέψ̌α̤ καρτόφα̤. (ψημένο σκέτο χωρίς κάτι άλλο, τίποτε) 2) Όλα̤ ξερέψ̌α̤ είν’. (λέγεται για υποκρισίες και φαρισαϊσμούς, Ιδίωμα: Σταυρί)