Θηλυκό: ξέντσα
Παράδειγμα: Αδά ξέν’τσα (ξένισσα, συμπροφορά), κι ατού ξέν’τσα και όθεν πάγω ξέν’τσα.
Αρσενικό: Ενικός: ξένος Πληθυντικός: ξένοι / ξέν'
Θηλυκό: Ενικός: ξένισσα / ξέν'σα / ξέντσα Πληθυντικός: ξέν'
Ουδέτερο: Ενικός: ξένον Πληθυντικός: ξένα
Επίρρημα: ξένα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.