Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξενιτέας (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξενιτέας Προφορά: ξενιτέας
  1. ξενιτεμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ οξέας πα’ ’γροικούν ατο ντο είμαι ξενιτέας.

  2. ξενιτεμένος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. 1) ο προερχόμενος από τα ξένα 2) αυτός που είναι στην ξενιτιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια