Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξενιταρέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξενιτα̤ρέα Προφορά: ξενιτεαρέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    που έχει άντρα στην ξενιτιά

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας, Κοτυώρων

    Παραδείγματα:
    1) Επήεν η ξενιτα̤ρέα η Σοφία σον δά̤σκαλον να γράφτ’ γράμμαν.
    2) Γαρή εκείνε έτονε ξενιτα̤ρέα και το κιφάλ’ν ατ’ς εξ’ έτον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια