Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξεΐρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξεΐρ' Προφορά: ξεΐρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    διάδρομος σχεδόν τετραγωνικός που χώριζε το μισό σπίτι σε δύο διαμερίσματα δεξιό και αριστερό

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

Παρατηρήσεις - Σχόλια