Ερμηνεία: βγάλλω από μέσα
Ιδίωμα: Άνω Αμισού
Παράδειγμα: Πά̤νει ξεβγάλλει το σ̌κυλί από 'πέσου στό χαβούζι.
Ενεστώτας: ξεβγάλλω Παρατατικός: εξέβγαλλα Μέλλοντας: θα ξεβγάλλω Αόριστος: εξέβγαλα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.