νυφέπαρμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: νυφέπαρμαν
Προφορά: νυφέπαρμαν
-
η πομπή της παραλαβής της νύφης από το πατρικό σπίτι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η τελετή του γάμου στην φάση του αποχωρισμού της νύφης από τα πατρογονικά της
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
το πάρσιμο της νύφης για τον γάμο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης