Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νυφέπαρμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νυφέπαρμαν Προφορά: νυφέπαρμαν
  1. η πομπή της παραλαβής της νύφης από το πατρικό σπίτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. η τελετή του γάμου στην φάση του αποχωρισμού της νύφης από τα πατρογονικά της Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. το πάρσιμο της νύφης για τον γάμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Θα πάμε σο νυφέπαρμαν με ταούλια και ζουρνάδες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια