Ερμηνεία: μία γωνιά του δωματίου (όταν το σπίτι δεν είχε κανένα μικρό δωμάτιο χωριστό) την οποία έστρωναν και την χώριζαν με κανένα στρώμα και όπου καθόταν η νύφη με τα συγκόρ’τσα τ’ς
Ενικός: νυφείον Πληθυντικός: νυφεία