Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ντερμάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ντερμάν' Προφορά: ντερμάν
  1. γιατρικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ντερμάν' σην αρρώστειαν ’κ’ εβρέθεν. (γιατρικό)
    2) Το τερμάνι μ’ εκόπεν. (δεν έχω πια δύναμη, δύναμη, κουράγιο, Ιδίωμα: Σαντάς)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια