Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ούκρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ούκρα Προφορά: ούκρα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    η πρώτη ποιότητα του λαναρισμένου μαλλιού

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

  2. νήμα πολύ λείο, το καλλίτερο ξασμένο μαλλί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια