Ερμηνεία: κεφαλικός φόρος
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ο Γιούζπασης εστείληνε σ’ όλια τα χωρία απ’ ένα ζαπτιέ να τοπλαεύ’ τα νοφούσια.
Ενικός: νοφούσιν / νοφούσ' Πληθυντικός: νοφούσα̤