Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη ουϊτουρμάκ
Παραδείγματα: 1) Εμείς οι Κρωμέτ’ ουϊτουρεύομε τα ψέματα για να γελούμε. 2) Απ’ αδά έκλωσεν απ’ εκεί έκλωσεν, ουϊτούρεψεν ατ’ς.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.