Προέλευση: από το ουσιαστικό νύχι (νυχιού > νούχου)
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Από νούχου νούχου, όλα κάθεται και λέει. (σ.σ. μεταφορικά, με λεπτομέρειες, ένα ένα)
Σχόλιο: νούχου : νυχιού (γεν. ενικού) (πβ. πεδίο Σχόλια Πηγής)