Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό νοῦς
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Με το να επλάστεν πουλίν (ο κούκκον) ατό πα κατ’ νουνίζει.
Ενεστώτας: νουνίζω Παρατατικός: ενούνιζα Μέλλοντας: θα νουνίζω Αόριστος: ενούνισα / ενούν'σα / ενούντσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.